Sin Boy / Prince FY / Snik / Light: Είναι αυτοί οι νέοι σταρς;

Τέσσερις, ίσως από τους πιο επιτυχημένους εκπρόσωπους της νέας ελληνικής μουσικής τάξης πραγμάτων, «γεννούν» -μέσω της απήχησης και της μεγάλης επιδραστικότητάς τους στους νέους- την υπόθεση ότι ίσως

Από τον Κώστα Μπουρούση

Είναι οι νέοι influencers, που ήταν οι νέοι celebrities, που ήταν οι αγαπημένοι των περιοδικών, όταν ακόμα τα περιοδικά όριζαν τη διαστρωμάτωση στις τάξεις των διασήμων. Οι ντόπιοι ράπερς από είδος προς παρατήρηση, όπως ας πούμε τα ροζ φλαμίνγκο σε περίοδο αναπαραγωγής, έγιναν εν μία νυκτί το mainstream που με τις έριδες, τους διαγκωνισμούς, την προβολή, τις προσκλήσεις τους σε τηλεοπτικές εκπομπές ως αξιοπερίεργοι, ανένταχτοι και αντισυστημικοί και το έμμονο παίξιμο των τραγουδιών τους στη διαπασών σε «φτιαγμένα» αυτοκίνητα -με woofer να βογκά και τζάμι να τρίζει- και clubs του συρμού έχουν απαλλοτριώσει την ακοή μα και την όραση κάθε μέσου πολίτη της χώρας. Πόσο ναΐφ μοιάζουν πια οι Goin’ Through που συνεργάζονταν με τον Γιώργο Μαζωνάκη και τα γουναρικά του και πόσο αθώα τα Ημισκούμπρια, που κάποτε, στα βαθιά 90’s εισήγαγαν καινά μουσικά δαιμόνια.

Πλέον, οι απροσκύνητοι κήρυκες της ραπ και του hip hop που μεγάλωσαν πίνοντας την κουλτούρα του δρόμου από το μπιμπερό, όπως τουλάχιστον μαρτυρούν οι πύρινοι στίχοι τους, και έζησαν τρεις ζωές πριν καλά-καλά ενηλικιωθούν, εμφανίζονται αιχμηροί μα και λουσάτοι στην όψη και πάντα πρόθυμοι να φιλονικήσουν όχι φτύνοντας ρίμες ο ένας στα μούτρα του άλλου σε κάποιο απόκοσμο γκέτο της πόλης, αλλά στις φιλόξενες ιλουστρασιόν αρένες όπου τα μπουζούκια ανταλλάσσουν αβρότητες και βραβεία με το οιονεί εναλλακτικό – και ανιστρόφως. Πρόσφατα, στο πλαίσιο των MAD Video Music Awards, ο Light και ο Snik, δύο επιφανή μέλη της εγχώριας ραπ παραγωγής παρολίγον να πιαστούν στα χέρια -ας όψεται η παρέμβαση των ψυχραιμότερων και του «μπάρμπα» Σάκη Ρουβά- διαφωνώντας αναφορικά με το ποιος έχει πιο μεγάλη την επιρροή στο κοινό που ακολουθεί με κλειστά μάτια -ίσως και αυτιά- την ντόπια μουσική βιοτεχνία.

Φυσικά, οι εξ αγχιστείας συγγενείς του Kanye West, του Jay-Z και του 50 Cent όταν δεν τρώνε τις σάρκες τους, όπως μόνο το σινάφι τους ξέρει, εμφανίζονται ενωμένοι σαν μια γροθιά απέναντι στο κατεστημένο, επισφραγίζοντας τρόπον τινά την εκλεκτική συγγένειά τους με τους αδικημένους και καταφρονεμένους χαρακτήρες του παλιού καλού ελληνικού μελό σινεμά. Νίκο Ξανθόπουλε, είσαι εδώ; Ωστόσο, εφόσον η ραπ, μαζί με τη φέτα, τον Παρθενώνα και την Ελένη Φουρέιρα είναι το νέο εθνικό εξαγώγιμο προϊόν της χώρας, ήρθε από κάθε άποψη το πλήρωμα του χρόνου για να γνωρίσουμε καλύτερα τέσσερις από τους στυλοβάτες της νέας τάξης των μουσικών πραγμάτων.

 

Αν το τραγούδι σου έχει φτάσει μέχρι και στα αυτιά του νέου πρωθυπουργού της χώρας σου, τότε μάλλον κάτι κάνεις καλά. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, σε πρόσφατη συνέντευξή του αναγνώρισε τον χιλιοτραγουδισμένο ράπερ σε μια φωτογραφία από τα μαλλιά και τον κατονόμασε περιχαρής ως τον «Mama». Στην πραγματικότητα, επιβεβαίωσε τις φαραωνικές διαστάσεις που έλαβε το φερώνυμο hit του 25χρονου ράπερ. Με ένα μουρμουρητό που θα ζήλευε και βαριεστημένος εκκλησιαστικός ψάλτης που βιάζεται να ολοκληρώσει τη θεία λειτουργία για να καθίσει με λαιμαργία ατάιστου για βδομάδες τυραννόσαυρου στο κυριακάτικο τραπέζι, ο Θεόδωρος-Αγκουστίν Γκέκα πέτυχε το μεγαλύτερο μέχρι σήμερα σουξέ του και έβαλε το -για κάποιους ο θεός να το κάνει- ραπ στο airplay ραδιοφωνικών σταθμών που ορκίζονται στην Άννα (Βίσση), την Έλλη (Κοκκίνου) και τη Δέσποινα (Βανδή). Ο αλβανικής καταγωγής δημιουργός, που γεννήθηκε στη Νέα Ιωνία και γαλουχήθηκε με δυσκολίες και καντάρια οικονομικής κρίσης, βρέθηκε μάλιστα μέχρι και καλεσμένος στην πολυθρόνα του βαλκανικού αντίστοιχου του Jimmy Fallon, δηλαδή στου Γρηγόρη Αρναούτογλου όπου είχε την ευκαιρία να αναπτύξει την κοσμοθεωρία του. Για τη γνωριμία του Sin Boy με τη δημοσιότητα η ανθρωπότητα μπορεί να ευγνωμονεί τον Stan, ο οποίος τον ανακάλυψε και τον ξεχώρισε σε διαγωνισμό τραγουδιού με χορηγό πολυβιταμινούχο χυμό – προφανώς μέσα από πολυάριθμα φρούτα. Ο ίδιος είναι και ο καλλιτεχνικός νονός του, μια και επινόησε το ψευδώνυμό του.

 

 

Αν και μόλις 19 ετών το it boy της ελληνικής τραπ σκηνής από τον βορρά, δεν μπορεί να θυμηθεί τι έκανε στα πέντε χρόνια του. Λογικό, αφού στην επαγγελματική ζωή του τα πράγματα ήρθαν πυκνά και με κεκτημένη ταχύτητα. Ο κατά κόσμον Φίλιππος Γιαγκούλης οφείλει να ευγνωμονεί τους γονείς του για την υπόμνηση ότι πέντε χρονών τσαλαβουτούσε στα αβαθή της ραπ σκηνής εξαιτίας της ενασχόλησής του με τα video games – και δη με το θρυλικό Need for Speed. Ο εκλεκτός του υποχθόνιου, δηλαδή του ιδρυτή της Capital Music, δεν είναι μόνο ο Βενιαμίν της φάσης αλλά θεωρείται ένα από τα πιο καυτά ονόματα του χώρου. Μεγαλωμένος αρχικά στα δυτικά προάστια της Θεσσαλονίκης και αργότερα στο κέντρο της ελληνικής συμπρωτεύουσας μπορεί να καυχιέται για την πληθώρα των ετερόκλητων ερεθισμάτων του, αφού, όπως έχει πει έζησε και την «ok» φάση αλλά και εκείνη του τσαμπουκά.

Φυσικά διαθέτει τη δική του επινοημένη γλώσσα, την οποία οποιοσδήποτε άνω των 25 ετών μπορεί να προσεγγίσει μόνο με τη χρήση λεξικού νεόκοπων εννοιών, έχει ήδη στο ενεργητικό του πληθώρα hits, όπως το «Δε με θέλουν» και το αυτοαναφορικό «Celebrity» («Κάνω ντουζ με όλα μου τα jewels/Στους μισθούς ξεπερνάμε τους γιατρούς/Και στα views φτάσαμε τους λαϊκούς/Τώρα όπου και να πας θα με ακούς») και τιμά συχνά πυκνά τους χορηγούς του στα ινσταγκραμικά ποστ του – ή μιλάμε για αντισυμβατικότητα ή βήχουμε. Πιστεύει ότι η Θεσσαλονίκη είναι η Ατλάντα της Ελλάδας, νιώθει το μυαλό του να χοροπηδάει κι αν κάτι του δίνει ώθηση να δουλέψει πιο σκληρά είναι ότι υπάρχουν ακόμα άτομα που χρησιμοποιούν μέσα μαζικής μεταφοράς και δεν τρώνε κάθε μέρα το καλύτερο φαγητό.

 

Φυσικά και η ντόπια ραπ σκηνή δεν είναι αρκετά εναλλακτική ώστε να εμφανίζεται απαλλαγμένη από ιεραρχίες και ταξινόμηση βάσει παλαιότητας των μελών της. Ο Snik ή Δημήτρης Γιαννούλης, όπως τον ήξεραν φίλοι και γνωστοί πριν ασπαστεί και τελικά καθοδηγήσει το δόγμα της ελληνικής τραπ, είναι εν πολλοίς υπεύθυνος για τη διάδοση του μουσικού υβρίδιου που μεταδίδεται όπως ακριβώς η ανεμοβλογιά σε τάξη δημοτικού σχολείου, ήτοι ανεξέλεγκτα και αδιάκριτα. Είχε μόλις επιστρέψει στα πάτρια εδάφη από το Λονδίνο, όπου έζησε δυο χρόνια, έκανε τις τσάρκες του, δούλεψε ως μπάρμαν, ρούφηξε τη φάση μέχρι το μεδούλι, όταν κυκλοφόρησε το τραγούδι «Θέμα Χρόνου».

Χωρίς ούτε ο ίδιος να καταλάβει πού έμπλεκε, η επιτυχία που σημείωσε το τραγούδι στο YouTube -χάρη στην αποθέωση των fans μα και εξαιτίας της μήνης των haters- τον έφερε στο δυναμικό της Panik Records. Οι περισσότεροι τον γνώρισαν από το τραγούδι και κυρίως από το κλιπ του «Κουνήσου Δίπλα Μου». Χρυσαφικά, κορίτσια με ελαστικότητα που θα ζήλευε κι η Nadia Comaneci, μασημένες ρίμες, νεολογισμούς, απ’ όλα είχε το σουξέ του 30χρονου σήμερα ράπερ που κοντεύει τα 2 εκ. views στο YouTube. O Snik ζει τη φάση όπως ακριβώς πρέπει σε έναν καθαρόαιμο ράπερ. Καπνίζει πολύ, αμφισβητείται πολύ, λατρεύεται άλλο τόσο και μανουριάζει δίχως αύριο. Η κόντρα του με τον άλλοτε συνεργάτη του και πρώην ομόσταυλό του στην ίδια δισκογραφική εταιρία Light έχει τις απαρχές της στο μακρινό 2017, με υφέσεις αλλά και συχνές αναζωπυρώσεις, όπως αυτή που συνέβη πρόσφατα στην αρένα των MAD VMA. Λίγες ημέρες αργότερα ο Snik κυκλοφόρησε το νέο του single -Νο 2 αυτή τη στιγμή στα trends του YouTube- στέλνοντας, σύμφωνα με τον ρηχά βαθύ στίχο, περιστέρια σε άγνωστο παραλήπτη. Γρίφος για ορνιθολόγους, ταχυδρόμους και όσους πηγαίνουν το γράμμα εν γένει.

 

Όπως οι καλόγριες δικαιούνται να ακούνε Σταμάτη Σπανουδάκη -άντε, και Πέτρο Γαϊτάνο- έτσι και οι NBAers έχουν κάθε λόγο να απολαμβάνουν τον Light. Ο Ελληνοκενυάτης ράπερ κατάφερε να κερδίσει μια θέση στην καρδιά, μα κυρίως στα insta-stories του Γιάννη Αντετοκούνμπο. Κι αυτό ήταν αρκετό για να απογειώσει τη φήμη του. Βεβαίως, η πορεία που διαγράφει ο 24χρονος Κριστιάν Ιωαννίδης δεν οφείλεται μόνο στο γεγονός ότι ο Greek Freak βρίσκει τη μουσική του εφάμιλλη των Αμερικανών ομόλογών του, αλλά μάλλον στην παραδοχή ότι το golden boy της Capital Music είναι ο πιο πειστικός και ο πλέον κοινωνικά ανήσυχος του μουσικού σιναφιού του.

Το βίντεο κλιπ για το τραγούδι «Ποιος είμαι» που γύρισε στην υποβαθμισμένη περιοχή του Δενδροποτάμου, λίγα χιλιόμετρα έξω από τη Θεσσαλονίκη, οι αφηγήσεις για τα δύσκολα παιδικά χρόνια του αλλά και οι συνεντεύξεις που παραχωρεί πια ελέω της γνωριμίας του με το mainstream υποψιάζουν για μια τουλάχιστον ενδιαφέρουσα προσωπικότητα. «Αν έστω ένας πιτσιρικάς, κοιτώντας με πειστεί πως δεν είναι μάταιο να κυνηγήσει τα όνειρα του, πως δεν είναι σενάριο επιστημονικής φαντασίας να ζεις από την τέχνη σου και να είσαι πετυχημένος κάνοντας αυτό που αγαπάς στην Ελλάδα, τότε έχουμε ήδη αλλάξει τον κόσμο», έγραφε στο ποστ με το οποίο διαφήμιζε τη συνέντευξή του στον Γρηγόρη Αρναούτογλου. Πολλοί μπορεί να μην ήξεραν καν την ύπαρξή του, ωστόσο, τον παρακολούθησαν με ενδιαφέρον. Κατά τ’ άλλα, η ζωή του κυλά όπως του μέσου ντόπιου ράπερ. Με φουλ αλητεία για το θεαθήναι, οργισμένες ρίμες στα όρια της πολιτικής ορθότητας, βραβεύσεις από καθεστωτικούς μουσικούς θεσμούς και selfies στο Instagram με τον Πάρι Κασσιδόκωστα της Panik Records, κάτω από την ομπρέλα της οποίας λειτουργεί το label της Capital.

 

Πηγή